Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012


ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ


«Η αληθινή κρίση του κατοικώ συνίσταται στο γεγονός ότι οι θνητοί βρίσκονται ακόμα στην αναζήτηση της ουσίας του κατοικώ, πρέπει πριν από όλα να μάθουν να κατοικούν».
                                                                             Μ. Heidegger


 
       Η αρχιτεκτονική είναι άρρηκτα δεμένη με τη μέρα, τη νύχτα, τις εποχές, τα χρόνια, το φως, τη σκιά, το σκοτάδι,­ όλα αυτά τα ίχνη του χρόνου στο βίο των ανθρώπων. Πώς όμως, βιώνεται ο χώρος και πώς κατοικείται ο χρόνος;
     Ο Le Corbusier μίλησε για το σπίτι ως μια μηχανή κατοίκησης και έκανε έρευνες πάνω στη σχέση γεωμετρίας και ανθρώπινου σώματος, με έμφαση στην αναλογία (αρχές Modulor). Ήταν η εποχή της λειτουργικής ή εργονομικής αντιμετώπισης του περιβάλλοντος της κατοικίας, από την οποία προέκυψαν χώροι και αντικείμενα τα οποία αντιμετωπίστηκαν ως μια μηχανή προσαρμοσμένη στο ανθρώπινο σώμα. Το maison de verre (γυάλινο σπίτι) στο Παρίσι που σχεδίασε ο Ρ. Chareau (1928) για τον γιατρό Dalsace, με τα μεταλλικά έπιπλα - «περίτεχνες μηχανές» - επηρέασε σημαντικά το ύφος του εσωτερικού χώρου των μοντέρνων σπιτιών. 
        Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, η κατοίκηση σήμερα αναφέρεται σε μια σειρά από διαδοχικά περιβλήματα αυτού του σώματος που όλο και πιο μοναχικό επικοινωνεί με τον κόσμο μέσα από δίκτυα και οθόνες. Το σώμα είναι πλέον η μονάδα παραγωγής χώρου, ένα σώμα όμως με αισθήσεις διαφοροποιημένες, καθώς με την ανάπτυξη της εικόνας και της εικονικής πραγματικότητας η λειτουργία της όρασης έχει διογκωθεί. Ο Γ. Χειμωνάς στους «Χτίστες» γράφει προφητικά «Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα»1.
          Πολλοί επίσης, μιλάνε για κατοικίες εντοπίζοντας το πρόβλημα απλά και μόνο στην έλλειψή τους, αλλά, σε όλα αυτά ο M. Heidegger απαντά, θέτοντας το πρόβλημα στην ανθρώπινη αδυναμία να προσεγγίσει την έννοια του κατοικείν (κατοικώ), λέγοντας πως ο άνθρωπος κατοικεί ποιητικά… και για να κατοικήσω ποιητικά δεν αρκεί να έχω μια «κατοικία», ένα δώμα. Αποδίδοντας στη λέξη κατοικώ, τις έννοιες της ικανοποίησης, της ειρήνης, της ελευθερίας, της προστασίας, της διαφύλαξης καταλήγουμε πως κατοικώ, σημαίνει την «παραμονή στην ελευθερία εν ειρήνη» εντός αυτού που μου είναι «οικείο» και «ελεύθερο» και το οποίο «οικονομεί», «μεριμνά», «προστατεύει την ουσία κάθε πράγματος».
          Η κατοικία πρέπει να προσφέρεται να κατοικείται ποιητικά γιατί είναι μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις ολοκλήρωσης για τις σκέψεις, τις αναμνήσεις και τα όνειρα τού ανθρώπου και παρέχει την ελευθερία να βρω την αλήθεια μου, μέσα από τόπους αναπαύσεων και περισυλλογών.
          Η ποιητική κατοίκηση μπορεί να επιτευχθεί όταν η κατοικία συνδεθεί και με το παιχνίδι, τότε έχει επιστρέψει στις ρίζες της, στην πρωτόγονη καλύβα. Το κοινό χαρακτηριστικό του παιχνιδιού και της αρχιτεκτονικής είναι η προσφορά της απόλαυσης και της χαλάρωσης από την ένταση της καθημερινότητας. Αυτό  επιτυγχάνεται, στο παιχνίδι και στην αρχιτεκτονική, μέσα από την δημιουργική σύζευξη δεσμεύσεων και ελευθεριών, τάξης και αταξίας, κινήσεων και στάσεων. Το παιχνίδι δίνει μια ελευθερία επιλογών και κινήσεων, μέσα όμως  από  έναν συνδυασμό δεσμεύσεων και ελευθεριών (κανόνων). Αντίστροφα και στην αρχιτεκτονική κατοικίας, μια κρυφή τάξη πίσω από μια φαινομενική πολλές φορές αταξία, μπορεί να προσδώσει χαρακτηριστικά παιχνιδιού, ενώ αντίθετα μια προφανής αναγνωσιμότητα του χώρου λειτουργεί αρνητικά. Ο Ηράκλειτος είχε αναφερθεί στην κρυφή αρμονία λέγοντας «Αρμονίη αφανής φανερής κρείττων», εννοώντας πως η κρυφή αρμονία είναι καλύτερη από τη φανερή. Αυτό το θετικό αποτέλεσμα, προσφέρει μια δημιουργική ερμηνεία του χώρου, δηλαδή μια ελευθερία κινήσεων και επιλογών που προκαλούν τον κάτοικο ή τον επισκέπτη σε μια κατοίκηση ποιητική.
          Είναι απαραίτητη ανάγκη και κύριος στόχος της αρχιτεκτονικής κατοικίας, να εντάξει το ανθρώπινο σώμα με τις διαστάσεις του, τις κινήσεις του, τις αισθήσεις του και τον χώρο που καταλαμβάνει, μέσα στο «παιχνίδι». Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρχιτέκτων του λαβυρίνθου, ο Δαίδαλος, ήταν και κατασκευαστής παιχνιδιών. Ας γίνει έργο λοιπόν η καθημερινή ζωή! Ολόκληρη η τεχνική ας υπηρετήσει αυτή τη μεταμόρφωση2, μας παρακινεί ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Henri Lefebre.
      Ως αρχιτέκτονες αλλά και ως κάτοικοι πρέπει να βάλουμε την «ποίηση στην καθημερινή μας ζωή» λέει ο Δημήτρης Πικιώνης, ώστε να μεταμορφώσουμε τον χώρο και να μας προσφέρει την ανανέωση των στερεοτύπων της καθημερινής ζωής. Αυτή η ποίηση μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από τα αντικείμενα του σπιτιού, των οποίων δεν είναι οι μορφές που τους δίνουν αξία, αλλά το νόημα που τους δίνει ο άνθρωπος και αυτό ένας ποιητής όπως και ένας κάτοικος-ποιητής το ξέρουν καλά.
        Τα αντικείμενα του σπιτιού, μάρτυρες της στενής σχέσης με το σώμα μας και το σπίτι, αφού είναι κοντά μας νύχτα και μέρα, μας συντροφεύουν, μετράνε τα βήματα και τη ζωή μας, συγκρατούν την ιστορία του σπιτιού και των κατοίκων του και φέρουν μαζί τους τα ίχνη της ζωής, τις περιπέτειες και το ριζικό του. Μέσα από την γοητεία των γνώριμων πραγμάτων, με σύμμαχο το αίσθημα, ο άνθρωπος, θα βιώσει την οικειότητα και θα ανακαλύψει το όνειρο. Ο Loos, πέρα από κάθε καλλιτεχνικό στόχο, έδινε ιδιαίτερη σημασία στην καθημερινότητα και στο σπίτι των ανθρώπων γιατί το σπίτι οργανώνεται και ανασαίνει μαζί με όλα τα πράγματα που πλαισιώνουν εμάς και τους δικούς μας ανθρώπους. Τα αναγνωρίζουμε με την αφή, είναι τα πράγματα που συγκρατούν την ανάσα και το βλέμμα των αγαπημένων, που δεν υπάρχουν πια.
      Σ’ αυτή τη μικρογραφία της ζωής των αντικειμένων, βρίσκουμε μια θερμή οικειότητα, όταν ξεπεράσουμε τη λογική και ζήσουμε την ονειροπόληση. Τότε τα αντικείμενα απομονώνονται από τον κόσμο της καθημερινότητας και αποκτούν μια άλλη διάσταση. Έπιπλα, σκεύη, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, ωραία ή άσκημα, σχεδιασμένα ή κακόγουστα, ενθύμια, μπιμπελό ή παιχνίδια, μεταμορφώνονται σε σύμβολα, αποκτούν μια διπλή ζωή και δημιουργούν τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο. Οι εικόνες του χώρου μεγαλώνουν και τότε τα μεγέθη του αλλάζουν. Μια λάμπα πάνω σε ένα φωτισμένο τραπέζι μπορεί να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ασχολία με την περιποίηση του σπιτιού επίσης, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε ο χώρος να χαρίσει στον άνθρωπο την απόλαυση ώστε να μπορέσει να εκφραστεί με τον τρόπο που θα ήθελε, να γίνει ο οικείος χώρος. Μια μηχανική πράξη, όπως το γυάλισμα ενός παλιού επίπλου, μπορεί να γίνει δημιουργική. Ένα γυάλισμα και το αντικείμενο μπορεί να ξαναφτιαχτεί. Μια τέτοια πράξη ξυπνά το αντικείμενο, που έχει αποκοιμηθεί, αποκτά το δικό του φως, φεύγει από τη γεωμετρική του πραγματικότητα, φωτίζει το εσωτερικό του σπιτιού και συνδέει το παρελθόν του με το μέλλον του. 
Επειδή όλες οι δραστηριότητες του ανθρώπου συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον χώρο, η καλή διαχείρισή του, δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και χώρου να ξεπεράσουν τη μηχανική επανάληψη μιας ανιαρής   καθημερινότητας.   Ένα  συρτάρι, είναι μνήμη, μπορεί να περιέχει τη θύμηση της ιστορίας μιας οικογένειας, γι’ αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ανάλογο σεβασμό. Η καλή διαχείριση του χώρου δίνει στις οικείες μας πράξεις μια αξία αρχής, ενώ αντίθετα η τοποθέτηση των αντικειμένων με τυχαίο ή τυποποιημένο τρόπο, σημαίνει αδυναμία της λειτουργίας του κατοικώ.
         Η επιθυμία ανατροπής της καθημερινότητας, σημαίνει πως τον χώρο τον αγαπάμε, του δίνουμε αξία, κατοικούμε την ουσία του, πέρα από κάθε είδους γεωμετρία και μαθηματικά και σ’ αυτή την ανατροπή της καθημερινότητας, μεγάλη σημασία έχουν οι αισθήσεις, που το σπίτι με βοηθάει να αναπτύξω. Γιατί για τις αισθήσεις, σημασία δεν έχει το μέγεθος του παραθύρου αλλά το τι βλέπω μέσα από το παράθυρο. Σ’ αυτή τη δίδυμη σχέση της γεωμετρίας και της ζωής, ανάμεσα στο σπίτι και στον άνθρωπο, το σπίτι ως χώρος, καθορίζει τον τρόπο ζωής και σημαδεύει το ασυνείδητό μας. Δεν θυμόμαστε το δωμάτιο, αλλά το μέρος όπου πήγαμε για να βαρεθούμε σε μια στιγμή ανίας, ή όπου πήγαμε να κρύψουμε τη θλίψη μας.
          Γιατί τελικά, δεν θυμόμαστε το σπίτι όπου κατοικήσαμε αλλά το ονειρευόμαστε και αυτό το σπίτι είναι ένας νέος χώρος, φωτεινός, ανοιχτός, ελεύθερος, αέρινος, μια νέα κατοικία, ελεύθερη από τον όποιο περιορισμό. Είναι η δική μας κατοικία, στην οποία μπορούμε να μπαίνουμε και να βγαίνουμε συγχρόνως, χωρίς όρια, γιατί μπορεί να βρίσκεται παντού. Είναι ο οικείος χώρος του ελεύθερου ανθρώπου που την ονειρεύεται, ενός ανθρώπου που βρίσκεται παντού και δεν μπορεί να κλειστεί πουθενά.
Σ’ αυτή τη βιωματική εμπειρία του χώρου είναι γελοίο να μιλήσουμε για διαστάσεις, γιατί στο «είναι» του ανθρώπου το μεγάλο και το μικρό, το μέσα και το έξω δεν έχουν γεωμετρική προφάνεια. Πολλές φορές ένας μεγάλος χώρος είναι αδύνατον να μας βοηθήσει να ηρεμήσουμε ή οι χώροι του σπιτιού που άλλοτε ήταν κρύοι, τώρα μπορεί να είναι κρύοι αλλά και ζεστοί μαζί, χώροι που ήταν σκοτεινοί τώρα είναι σκοτεινοί και φωτεινοί μαζί. Είναι αυτή η στενότητα ή η φωτεινότητα που βρίσκεται στα μέτρα του εαυτού μας.
Το κατοικείν θα αναφέρεται πάντα στο μικρό μας σύμπαν, στο σώμα μας και θα αναζητά να συγκεράσει με λογισμό και με όνειρο, τη θαλπωρή του κλειστού με την ελευθερία του ατέρμονος χώρου. H αναπνοή και η εκπνοή, ο βηματισμός και ο κτύπος της καρδιάς μας, ας δίνουν το μέτρο και τους ρυθμούς της οικειότητας. Το να αισθάνεσαι το σπίτι σου είναι θέμα ταυτότητας.


 
1.       βλ. Σουζάνα Αντωνακάκη, Σώμα και κτήριο, εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 4/8/2005
2.       βλ. Σουζάνα Αντωνακάκη, Απο τη μονάδα στο σύνολο, εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 1/12/1999

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου